Εαρινή Συμφωνία

Τετάρτη, Ιούνιος 10, 2009

Σε ποιον ανήκει, τελικά, ο Γιάννης Ρίτσος; (ΙΙ)

Πολλή συζήτηση γινόταν, γίνεται, και νομίζω θα γίνεται πάντοτε για τον Γιάννη Ρίτσο και την ιδεολογική του ένταξη. Σήμερα, μελετώντας τη μία πλευρά του νομίσματος, παραθέτω την κριτική θεάτρου της «Θυμέλης» στον «Ριζοσπάστη» για τα τρία έργα του ποιητή που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ. Σπεύδω να σημειώσω πως με άλλα σημεία του κειμένου συμφωνώ και με άλλα διαφωνώ. Ωστόσο, είναι μια κουβέντα που θέλει νηφαλιότητα και ψυχραιμία, την οποία, αυτή τη στιγμή, προσπαθώ να ανακτήσω ώστε να εξετάσω και την άλλη πλευρά. Το κείμενο του «Ρ» πριν απ’ όλα, με τίτλο «Σκηνικές δοκιμές με έργα του Ρίτσου»:

Ούτε εν ζωή ούτε μετά θάνατον, και ούτε κατ'ελάχιστον, το υπουργείο Πολιτισμού και σχετικοί κρατικοί φορείς, από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν, τίμησαν την τεράστια σε αξία και όγκο ποιητική, θεατρική, πεζογραφική δημιουργία του Γιάννη Ρίτσου. Προφανέστατα και κραυγαλέα τα ιδεολογοπολιτικά αίτια αυτής έμμεσης απαξίωσης του δημιουργού και ανθρώπου Ρίτσου. Μόνον οι πρυτανικές αρχές κάποιων πανεπιστημίων τον τίμησαν ως επίτιμο διδάκτορά τους. Λόγω της φετινής 100ής επετείου από τη γέννησή του, το ΥΠΠΟ και ο αρμόδιος φορέας του, το ΕΚΕΒΙ, κήρυξαν μεν το 2009 «Ετος Ρίτσου» για να ξεχαστεί η παλιά αμαρτία... επιχείρησαν δε ό,τι μπορούσαν και για να υποβαθμίσουν το γιορτασμό (τρανή απόδειξη ότι φθάσαμε στον Ιούνη κι ακόμη «μαγειρεύεται» η εργοβιογραφική έκδοση του ΕΚΕΒΙ), αλλά και για να αποχρωματιστεί, να διαστρεβλωθεί, να παρερμηνευτεί ιδεολογικά το έργο του, κατά πώς θέλουν κάποιοι δήθεν στενοί «φίλοι», «μελετητές» και «θαυμαστές» του έργου του, αλλά και να διαγραφεί η -εφόρου ζωής- αταλάντευτα δηλωμένη από τον ίδιο ιδιότητα του μέλους του ΚΚΕ (κατά το βιογραφικό κείμενο της Χρύσας Προκοπάκη, προέδρου της επιτροπής που όρισε το ΕΚΕΒΙ για το «Ετος Ρίτσου», το οποίο συνοδεύει την έκθεση που στέλνεται στα σχολεία της χώρας, ενώ αποσιωπάται πλήρως η ένταξη του ποιητή στο ΚΚΕ από το 1934, ακόμη και ότι ο «Επιτάφιος» πρωτοδημοσιεύτηκε και πρωτοεκδόθηκε από τον «Ριζοσπάστη», όπως και άλλα ποιήματά του, και βέβαια εφευρέθηκαν και... ιδεολογικο-κομματικές «απογοητεύσεις» του. Εφευρέθηκαν εκ του ασφαλούς, μετά θάνατον...).
Ο Ρίτσος δεν έχει φωνή για να καταρρίψει αυτές τις προσπάθειες. Τα έργα του, όμως, έχουν και θα έχουν πάντα «φωνή». Και θα διαψεύδουν τους διάφορους αυτόκλητους συνειδητούς παρερμηνευτές του (και άλλους ανίδεους περί Ρίτσου, ανόητους ή αφελείς παρασυρμένους από τους πρώτους, που εκστομίζουν φαιδρότητες ή τα αντιΚΚΕ σύνδρομά τους, όπως τα περί του «υιοθετημένου από την Αριστερά Ρίτσου» ή «ο Ρίτσος δεν μπορεί να είναι ένας ποιητής αιχμής. Η ποίησή του δεν απαντά επί της ουσίας στη σημερινή συγκυρία» και «δεν μπορεί να απαντήσει στο πώς ένα κομμάτι της Αριστεράς μετατρέπεται σε ακροδεξιά, ασκώντας φασιστική λογοκρισία» !!!). Τα ίδια τα έργα του Ρίτσου, όσο κι αν ενοχλούνται κάποιοι, προβάλλουν, εσαεί, την καθάρια και στρατευμένη ιδεολογία τους. Τους ηρωικούς αγώνες και τα οράματά που εξέφραζαν. Τον ουμανισμό και οικουμενισμό τους. Το μοναδικό ποιητικό κάλλος τους.
Μια ακόμη απόδειξη και της απροσμέτρητης δύναμης των έργων του Ρίτσου υπήρξε το θεατρικό αφιέρωμα του Φεστιβάλ Αθηνών στον Ρίτσο (χάρη στο Φεστιβάλ «γευτήκαμε» και λίγο «Ετος Ρίτσου»). Το αφιέρωμα, όμως, ανέδειξε και τις πολύ μεγάλες ερμηνευτικές απαιτήσεις των έργων του. Απαιτήσεις που προϋποθέτουν μακρόχρονη, ενδελεχή, επίμονη μελέτη, όχι απλώς και μόνον του ερμηνευόμενου έργου, αλλά όλων όσων υπήρξε, έπραξε και έγραψε ο Ρίτσος. Και βέβαια, δεν είναι εύκολο να κατανοήσει, να ταυτιστεί και να αναδείξει κανείς το ανθρώπινο, ιδεολογικό, ιστορικό και ποιητικό «σύμπαν» του Ρίτσου. Επόμενα δυσκολότερο είναι να επιτύχει η ερμηνευτική προσπάθειά του αν κρατά ιδεολογικές και αισθητικές αποστάσεις από αυτό, αν το αντιμετωπίσει εγκεφαλικά. Περί των ερμηνευτικών απαιτήσεων της ποίησης του Ρίτσου πολλά και σπουδαία θα διδάξουν η Ασπασία Παπαθανασίου, καθώς και οι αξέχαστοι Αλέκα Παΐζη και Μάνος Κατράκης, στους καλλιτέχνες στους οποίους το Φεστιβάλ ανέθεσε τη σκηνική ερμηνεία τριών έργων της «Τέταρτης Διάστασης» - της «Σονάτας του σεληνόφωτος», της «Φαίδρας» και του «Οταν έρχεται ο ξένος». Ο χώρος επιτρέπει μόνο συνοπτικές επισημάνσεις περί της θεματικής των έργων.
«Σονάτα του σεληνόφωτος»Προδρομικός και αισθητικός «πυρήνας» των έργων της «Τέταρτης Διάστασης», η πολύσημη «Σονάτα του σεληνόφωτος», μιλά, στην ουσία φιλοσοφεί, για τη ρευστή έννοια του χρόνου, το παρελθόν και το παρόν, τη νιότη και τα γηρατειά, τη φθορά και το επερχόμενο και αδιέξοδο τέλος ενός «κόσμου» μακράν της αληθινής ζωής, της κοινωνικής πραγματικότητας. Η γηραιά «αρχόντισσα», με μελαγχολική αξιοπρέπεια αλλά αγωνία, περίκλειστη και μόνη στο σκοτεινό, καταρρέον, με τα ξεκοιλιασμένα έπιπλα αρχοντικό της, αυτοβιογραφείται και παρότι ξέρει πως είναι ανέφικτο και μάταιο πια, εκλιπαρεί το σιωπηλό νεαρό - σύμβολο του ασίγαστου πόθου για ζωή και έρωτα - να την πάρει μαζί του, έξω στον κόσμο των απλών, ανώνυμων, εργατικών ανθρώπων, εκεί που σφύζει η αληθινή ζωή. Η Ρούλα Πατεράκη (σκηνοθετώντας και ερμηνεύοντας τη «Σονάτα»), πλαισιώνοντας τη ζωντανή εκτέλεση του ομώνυμου έργου του Μπετόβεν, ανέδειξε το ατμοσφαιρικό κλίμα, την πνευματικότητα, το μελαγχολικό στοχασμό του έργου αλλά και το ταξικό στίγμα του προσώπου. Ομως, με το μονότονο και αδιακύμαντο συναισθηματικά λόγο της, του μείωσε τη λυρική «υγρασία» του και ψυχογραφική «φλόγα» του.
«Φαίδρα»
Με αφετηρία τον αρχαίο μύθο της Φαίδρας, ο Ρίτσος έπλασε υπέροχα ένα γυναικείο πλάσμα α-χρονικό και σύγχρονο και απολύτως γήινο. Μια γυναίκα που φουντώνει μέσα της η στέρηση της μητρότητας αλλά και του έρωτα, ζώντας και παρακολουθώντας το «ξύπνημα» της νιότης του γιου του γηραιού άντρα της. Η Φαίδρα του Ρίτσου είναι ένα συγκινητικά βασανιζόμενο πλάσμα, διχασμένο ανάμεσα στο χρέος να μεγαλώσει ένα παιδί και στην ερωτική δίψα που της προκαλεί η ορμητική νιότη του. Ο Δημήτρης Λιγνάδης (ο μόνος που ομολόγησε τη μικρή γνώση και σχέση του με την ποίηση του Ρίτσου), ένιωσε την ψυχογραφική δύναμη του έργου. Τη ζωική αλήθεια, το συνειδησιακό και ψυχοσωματικό άλγος του προσώπου. Το ένιωσε και το ανέδειξε εικονοποιητικά (σκηνογραφικά και με συνεχή και εμφαντική κίνηση της Φαίδρας και του σιωπηλού εφήβου Ιππολύτου), αλλά περισσότερο από όσο επιτρέπει και η πικρά μελαγχολική και στοχαστική διάθεση του κειμένου. Η ενδιαφέρουσα, πάντως, και στέρεα εκσυγχρονιστική σκηνοθετική «ανάγνωση» του έργου ευεργετήθηκε από την εσώτατα ζωική συναισθηματική αλήθεια αλλά και την ερμηνευτική απλότητα και φυσικότητα της Καριοφυλλιάς Καραμπέτη.
«Οταν έρχεται ο ξένος»
Το 1958 ο Ρίτσος έγραψε το «Οταν έρχεται ο ξένος», το πιο ολοφάνερα πολιτικό έργο και από τα τρία του αφιερώματος. Φρέσκες ήταν ακόμα οι πληγές των αγωνιστών, το αίμα των νεκρών και εκτελεσμένων, του Μακρονησιού και του Αϊ-Στράτη. Πολλοί ακόμα στις φυλακές. Ο τόπος και ο απλός λαός ρημαγμένος ακόμα. Ο Ρίτσος ελευθερώνεται και επιστρέφει από τον Αϊ-Στράτη. Ομως και πάλι είναι ένας «ξένος» στην πατρίδα που πάντα τρώει τα καλύτερα παιδιά της. «Ξένος» παντού, ακόμα και στη γενέτειρά του. Κι όμως αυτός ο παθημένος και «ξένος» είναι που δίνει «φωνή» στους συλλογικούς αγώνες, στην ιστορική μνήμη. Αυτός είναι που θέλει να ξανασμίξει τους ανθρώπους, ακόμα και αυτούς που δε νοιάστηκαν για τα πάθη του και των αμέτρητων άλλων συντρόφων του. Είναι αυτός που νοιάζεται για το καλύτερο σήμερα και αύριο των ανθρώπων. Εκείνος που κηρύσσει την αγάπη και τη φιλία. Εκείνος που παλεύει για να επουλωθούν οι πολυαίματες πληγές, για να ανασάνει ο λαός. Για το λαό νοιάζεται. Για χάρη του λαού αγωνίστηκε. Για την περηφάνια του λαού άντεξε τόσα πάθη. Στην πλευρά του λαού θα βρίσκεται πάντα. Ο λαός «έθρεψε» τη ζωή του, την ψυχή, τη διάνοια, την ανθρωπιά, τη σοφή σκέψη του, τη νηφάλια ομιλία του. Αυτός που τόσο άδικα συκοφαντήθηκε, που τόσο αδυσώπητα διώχθηκε και βασανίστηκε, που τόσα χρόνια του στέρησαν τη λευτεριά και τη ζωή, μπορεί να «διδάξει» στους ανθρώπους την πολύτιμη αξία τους. Αυτός είναι, που- εξ ονόματος των νεκρών συντρόφων του και προς τιμήν της μνήμης τους- πάλι θέλει μόνον να δώσει και όχι να λάβει «ανταμοιβή» από τους ανθρώπους, τον τόπο, το λαό. Υποθέσεις για το τι, κατά πόσο και πώς κατάλαβαν το περιεχόμενο του έργου αυτού ο Βίκτωρ Αρδίτης και ο Ακύλλας Καραζήσης (ο πρώτος το σκηνοθέτησε και παριστάνοντας το σκηνοθέτη που διδάσκει σε ηθοποιό το έργο του Ρίτσου, συνέπαιξε με το δεύτερο στο ρόλο του ηθοποιού) δεν μπορούμε να κάνουμε. Από σεμνότητα, ίσως, ή από ερμηνευτική αμηχανία, το κείμενο κατά το ήμισυ, περίπου, διαβάστηκε εν είδει θεατρικού αναλογίου και το υπόλοιπο «αναπαραστάθηκε», ειπωμένο από στήθους. Είτε διαβαζόμενο είτε αναπαριστώμενο, όμως, ηχούσε ψυχρό, «εγκεφαλικό», δήθεν ερμηνευτικά λιτό, και τελικά ιδεολογικά άχρωμο αλλά και συναισθηματικά άοσμο και αφυδατωμένο. Αποτέλεσμα που φανερώνει είτε λειψή μελέτη, είτε ιδεολογική πρόθεση, είτε ερμηνευτική αστοχασιά, βιασύνη και προχειρότητα.




Εδώ τελειώνει το κείμενο της Θυμέλης. Πιστεύω πως το σημερινό, επίσης, κείμενο του «Βήματος» είναι σημαντικό για το θέμα του προβληματισμού μας. Σε μια συνέντευξη προς τον βουλευτή (και συνάδελφο δημοσιογράφο) Γιώργο Λιάνη, ο Μίκης Θεοδωράκης μιλά για τον «Επιτάφιο». Στέκεται και στη σχέση του Ρίτσου με το ΚΚΕ και λέει τα εξής σημαντικά, υπό τον τίτλο «Το ΚΚΕ άλλαξε βαθιά τον Ρίτσο»:

- Στην τελετή απονομής του Νομπέλ στον Οδυσσέα Ελύτη, οι μισοί Σουηδοί μού έλεγαν ότι το χρωστούσε σε σένα και οι άλλοι μισοί ότι έπρεπε να το μοιραστεί με τον Γιάννη Ρίτσο, που ήταν έξι φορές υποψήφιος.

«Ο Ρίτσος τότε, όπως και εγώ προσφάτως, δεν είχαμε καμία πιθανότητα για Βραβείο Νομπέλ, μιας και, εκτός από κομμουνιστές, ήμασταν και κάτοχοι του Βραβείου Λένιν. Και αυτό γιατί οι ηγετικές ομάδες της Σουηδίας και της Νορβηγίας διαπνέονται από έναν άκρατο αντικομμουνισμό».

- Ηταν μεγάλος ποιητής ο Ρίτσος; Αν ναι, γιατί βλέπουμε μεγάλες περιόδους με μερικές και ολικές εκλείψεις του; Το ΚΚΕ τον χρησιμοποίησε ή τον έχει ακόμη στο λαϊκό εικονοστάσιο, όπως κάποτε;

«Θα ήταν ίσως βαρετό και ψυχοφθόρο για την όποια μεγάλη προσωπικότητα να βρίσκεται συνεχώς στο προσκήνιο της καθημερινότητας. Αλλωστε δεν το έχει ανάγκη, γιατί γι΄ αυτή σημασία έχει το έργο της να υπάρχει ζωντανό μέσα στους ανθρώπους. Οσο για το ΚΚΕ, γιατί τόση σκληρότητα; Υπάρχουν πολλοί από μας που θυσιάσαμε τα νιάτα μας ακολουθώντας τα ματωβαμένα του λάβαρα. Κάτω από τη σκιά τους διδαχτήκαμε, ψηλώσαμε, ολοκληρωθήκαμε. Στο κάτω-κάτω, το ΚΚΕ είναι μια ιδέα που άλλαξε ριζικά τον λαό και τη χώρα μας, όπως άλλαξε βαθιά τον Γιάννη Ρίτσο, δημιουργώντας για τους απογόνους αυτό το πρότυπο του πολίτη-ποιητή».

Σάββατο, Μάϊος 30, 2009

Μετά τα «Ματωμένα Χώματα»




«Γκαμηλιέρη! Ταγκαλάκι με τα κοντοβράκια και τον κατιφέ στ’ αφτί, στάσου! Αδικα μην κουφώνεις το χέρι στο στόμα* το μερακλωμένο τραγούδι σου δε φτάνει πια στην καρδιά.
Σεφκιέτ! Δε με γνωρίζεις τζάνεμ; Χρόνια τρυγήσαμε μαζί γέλιο και δάκρυ. Νε απίορ Σεφκιέτ; Αχ, Σεφκιέτ! Σεφκιέτ! Θερία γενήκαμε. Μαχαιρώσαμε, κάψαμε τις καρδιές μας, άδικα.
Τι με κοιτάς έτσι έγρια, αντάρτη του Κιορ Μεμέτ; Εγώ σε σκότωσα και κλαίω γι’ αυτό. Λογάριασε τι μου ‘φαγες εσύ! Αδέρφια, φίλους, πατριώτες, τ’ Αμελέ Ταμπούρια, ολόκληρη σφαγμένη γενιά!
Τόσα φαρμάκια, τόση συφορά κι εμένα ο νους να γυρίσει θέλει πίσω στα παλιά! Να ‘ταν, λέει, ψέμα όλα όσα περάσαμε και να γυρίζαμε τώρα δα στη γη μας, στους μπαξέδες μας, στα δάση μας με τις καρδερίνες, τις κάργες και τα πετροκοτσύφια, στα περιβολάκια μας με τις μαντζουράνες και τις ανθισμένες κερασιές, στα πανηγύρια μας με τις όμορφες...
Αντάρτη του Κιορ Μεμέτ, χαιρέτα μου τη γη όπου μάς γέννησε, Σελάμ σοϊλέ... Ας μη μας κρατάει κάκια που την ποτίσαμε μ’ αίμα. Καχρ ολσούν σεμπέπ ολανλάρ! Ανάθεμα στους αίτιους!»
Η ιστορία μου αρχίζει αμέσως μετά το τέλος του μυθιστορήματος «Μαωμένα Χώματα». Λίγο πριν, η γιαγιά Βασιλεία, μόλις 16 χρονών τότε, έφυγε μέσα από τη φωτιά και τον θάνατο έχοντας μαζί της τα δύο μικρότερα αδέρφια της, Στάσα και Σάββα. Η Βγένα είχε κι εκείνη καταφέρει να μπει «στα πλοία» (έτσι λένε στην Τουρκία: στα καράβια) με μια άλλη οικογένεια, με την οποία πήγε στην Καβάλα και έμεινε σε ολόκληρη τη ζωή της. Το όλον τέσσερα παιδιά από την οικογένεια Τσακίρη. Ελειπε μία, η μεγαλύτερη: η Ελένη.
Ηταν όμορφη. Πολύ όμορφη. Ηξερε να γιατρεύει κάθε είδους πληγές, της καρδιάς και του σώματος. Ηταν καλή. Ηταν δυνατή. Την έριξαν σε ένα πηγάδι, να πεθάνει. Ηταν Ελληνίδα, κι εκείνοι όχι. Δεν έπρεπε να μείνει τίποτα στη Μικρά Ασία από τη «σπορά του διαβόλου».
Η γιαγιά Βασιλεία χρόνια πολλά, ρωτούσε όποιον Τούρκο αθλητή έβλεπε στην Αθήνα: παιδί μου, μήπως έχεις δει μια σαν εμένα με ελιά στο μάγουλο; Τα παιδιά απαντούσαν αρνητικά και η οικογένεια που στο μεταξύ είχε δημιουργήσει, την κορόιδευε. Ακόμα θυμάσαι την αδερφή σου; Πάει αυτή...
Κάποια μέρα, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας νεαρός της απάντησε: ναι, θεία, έχω δει μια σαν εσένα με ελιά στο μάγουλο. Κάθεται κοντά στο σπίτι μου.
Και μόνο το όνομα του χωριού Ουμουρλού, έξω από το Αϊντίνι, ζωντάνεψε τις ελπίδες της Βασιλείας. Εκεί είχαν γεννηθεί όλοι τους. Πάμφτωχοι. Εκεί παντρεύτηκε η Ελένη έναν πλούσιο άντρα και έκανε μαζί του ένα γιο. Από εκεί ξεκίνησαν το τρομερό ταξίδι ως τη Σμύρνη, τον Σεπτέμβριο του 1922.
Η γιαγιά Βασιλεία δεν ήξερε γράμματα. Ούτε την υπογραφή της δεν μπορούσε να βάλει. Κατάφερε, ωστόσο, να έρθει σε επαφή με αυτή τη γυναίκα που, ναι, ήταν η αδερφή της. Οχι απλώς είχε σωθεί από το πηγάδι (την τράβηξαν άλλοι Τούρκοι, πιο νηφιάλιοι, πιο πονετικοί) όχι απλώς είχε σώσει, ως νοσοκόμα, τη ζωή εκείνου που την είχε ρίξει να πεθάνει, αλλά είχε παντρευτεί και τον παπού Εκρέμ Αλκούτ που είχε φτάσει λίγο μετά, με την ανταλλαγή πληθυσμών, από την Πρέβεζα. Πλέον, όμως, δεν την έλεγαν Ελένη, αλλά Χαϊριγιέ. Είχε γίνει μουσουλμάνα, αποδεχόμενη τον όρο που είχε θέσει ο Εκρέμ. Η γιαγιά Βασιλεία την επισκέφθηκε και είδε ότι ζούσε ευτυχισμένη, έχοντας μια υπέροχη οικογένεια με πολλά παιδιά και εγγόνια.
Μισόν αιώνα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, στα 1972, και ενώ η γιαγιά Βασιλεία μόλις είχε αποχαιρετίσει τον μάταιο τούτο κόσμο, ένα γράμμα από την Τουρκία μάς έδωσε το νήμα για την οικογενειακή επανένωση. Ο Ισμαήλ, δεύτερος ξάδερφος, έγραφε τουρκικά. Του απάντησα ελληνικά. Εκτοτε αλληλογραφούσαμε με μεγάλες διακοπές, όταν τα πολιτικά πράγματα το επέβαλαν. Μέχρι πρόπερσι, που μπήκε στο σκηνικό και η μεγάλη κόρη του ξαδέρφου, η Σααντέτ. Η επιμονή της να συναντηθούμε, έφερε ταξίδια εκ μέρους μας στη Σμύρνη, όπου πλέον μένουν, όπως και δική τους επίσκεψη στην Αθήνα, μόλις πριν από λίγες μέρες.

Ας μένουμε μακριά. Ας μας χωρίζει το Αιγαίο. Ας μας χωρίζουν γλώσσα, θρησκεία, συνήθειες, διαφορετική καθημερινότητα και τόσα άλλα. Μας ενώνει το αίμα. Είμαστε και αισθανόμαστε μια οικογένεια. Ο Τούρκος από την Πρέβεζα και η Ελληνίδα από το Αϊντίνι («αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας»), μάς έδωσαν υπέροχους συγγενείς. Από τη στάχτη της Ιστορίας, βγήκε το ωραιότερο τριαντάφυλλο. Με άρωμα που γεφυρώνει τον Χρόνο και τους Ανθρώπους.


Αφιερωμένο στην kokalina που είπε να κάνουμε ένα μπλογκοπαίχνιδο με τα Ματωμένα Χώματα.




6ο Λύκειο Καλλιθέας
10ο Λύκειο Πειραιά
Χρυσόμυγα
Κυκλάμινο του βουνού

και όσοι άλλοι θέλετε θα ακολουθήσετε;


Κυριακή, Μάϊος 24, 2009

Τα «Ματωμένα Χώματα» και επίσημα στο... ράφι


Οχι Γιάννης, Γιαννάκης. Οχι ράφια, «συμβατικές» βιβλιοθήκες. Θα μας τρελάνει το υπουργείο Παιδείας με τα «Ματωμένα Χώματα» της Διδώς Σωτηρίου. Από τον Φεβρουάριο ο ανιψιός της και γενικός κληρονόμος της προσπαθεί να μάθει τι έχει γίνει το βιβλίο που πέρσι μοιράστηκε στους μαθητές της ΣΤ’ Δημοτικού για να μαζευτεί ξανά μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες- όπου μοιράστηκε, δηλαδή. Διότι, κάποια σχολεία δεν... πρόκαναν.
Επιτέλους λοιπόν, το υπουργείο με απάντησή του σε εξώδικο που αναγκάστηκε να στείλει ο κ. Μπελογιάννης, το παραδέχεται φαριδά- πλατειά: «Οσον αφορά στην οργάνωση Σχολικών Βιβλιοθηκών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση σας γνωστοποιούμε ότι βρίσκεται σε πιλοτική εφαρμογή. Ωστόσο σε όλες τις σχολικές μονάδες λειτουργούν συμβατικές βιβλιοθήκες οι οποίες έχουν ιδρυθεί με πρωτοβουλία των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων και των μαθητών και στις οποίες τοποθετούνται τα πάσης φύσεως βοηθήματα». Τώρα τι θα πει συμβατικές βιβλιοθήκες; Στην καλύτερη περίπτωση ράφια.

Το ιστορικό της υπόθεσης, δια χειρός Νίκου Μπελογιάννη: «Το βιβλίο επιλέχθηκε τον Οκτώβριο του 2007 (Απόφαση 110983/8.10), για να μοιραστεί στους μαθητές της Στ’ δημοτικού, ως πυροσβεστικό μέτρο απέναντι στον σάλο για τον ‘συνωστισμό’ και τις υπόλοιπες ανακρίβειες του βιβλίου της Μ. Ρεπούση. Εξαγγέλθηκε μετά βαΐων και κλάδων από τον ίδιο τον Κ. Καραμανλή και την τότε υπουργό Μ. Γιαννάκου. Αμέσως ακολούθησαν οι εκλογές, η παραγγελία στο μεταξύ εξοφλήθηκε κανονικά και, τις μέρες που τα κιβώτια με τα βιβλία έφταναν στα σχολεία, ο νέος υπουργός Ευρ. Στυλιανίδης εξέδωσε εγκύκλιο με εντολή να μη διανεμηθεί το βιβλίο ή, όπου αυτό είχε προλάβει να γίνει, να επιστραφεί και να τοποθετηθεί στις βιβλιοθήκες των σχολείων.
Τότε άρχισαν βουλευτές (Τάσος Κουράκης από τον ΣΥΝ, Μαν Στρατάκης από το ΠΑΣΟΚ) να υποβάλλουν στη Βουλή ερωτήσεις, με θέμα κατά ποια λογική το ΥΠΕΠΘ, πριν καν μοιράσει το βιβλίο στα παιδιά, ουσιαστικά το αχρήστευε, αφού στα δημοτικά δεν υπάρχει ούτε μία σχολική βιβλιοθήκη.


Ακολούθησε τον Φεβρουάριο 2009 δικό μου εξώδικο, όπου ζητούσα εξηγήσεις για τις προθέσεις του ΥΠΕΠΘ σχετικά με το βιβλίο και απαιτούσα, από τη στιγμή που θεωρούσα εμπαιγμό να συζητούμε για βιβλιοθήκες στη στοιχειώδη εκπαίδευση, το βιβλίο να μοιραστεί στους μαθητές της Στ΄ Δημοτικού, να επιστραφεί τον Ιούνιο και τα ίδια αντίτυπα να ξαναμοιραστούν τον Σεπτέμβριο στους νέους μαθητές της Στ Δημοτικού.
Η απάντηση που έλαβα ήταν πως το βιβλίο βρίσκεται στις βιβλιοθήκες της στοιχειώδους εκπαίδευσης, ένα βιβλίο ανά μαθητή, και καθένας μπορεί να το δανειστεί. Αποτέλεσμα ήταν στα μέσα Απριλίου 09 να στείλω νέα εξώδικο, με την απαίτηση να μου κοινοποιηθούν οι υπ. αποφάσεις με τις οποίες ιδρύθηκαν σχολικές βιβλιοθήκες στα δημοτικά (τονίζοντας ότι δεν γίνεται αποδεκτός ο ‘επιπλουργικός’ ορισμός της βιβλιοθήκης). Η απάντηση ήταν, ότι οι σχολικές βιβλιοθήκες στα δημοτικά βρίσκονται σε πιλοτικό στάδιο και προς το παρόν λειτουργούν όσες ‘συμβατικές’ έχουν δημιουργηθεί με πρωτοβουλία, γονέων ή εκπαιδευτικών ή μαθητών (τα γνωστά μας ράφια μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας).»






Από δειγματοληπτικές ερωτήσεις σε εκπαιδευτικούς σχετικά με την τύχη του βιβλίου, το συμπέρασμα ήταν ότι μόνο ένα μέρος των διευθυντών εφάρμοσαν την εγκύλιο. «Οι αντιπολιτευόμενοι ή ακόμα και αδιάφοροι πολιτικά, την αγνόησαν και έδωσαν ή άφησαν το βιβλίο στα παιδιά, επειδή σεβάστηκαν το βιβλίο, τα παιδιά, τη συγγραφέα και τη δική τους αξιοπρέπεια.

Συμπέρασμα: Για πολλοστή φορά με αυτή την κυβέρνηση, δεν γνωρίζει η δεξιά της τι ποιεί η ακροδεξιά της.»

Συμπέρασμα δικό μου: ένας τρόπος μονάχα υπάρχει να τους σπάσουμε τα νεύρα. Να φροντίσουμε ώστε οι νεώτεροι να το διαβάσουν, από τις δικές μας βιβλιοθήκες. Ενα βιβλίο που έχει ξεπεράσει τις τριακόσιες χιλιάδες αντίτυπα, δεν μπορεί, βρίσκεται σε κάθε σπίτι. Επίιιιιιιιθεση!

Σάββατο, Μάϊος 23, 2009

Μην τυχόν και ξεχάσουμε τον Νταρουίς!

Η αγαπημένη διαδικτυακή φίλη abttha
σημαίνει συναγερμό. Τη Δευτέρα, έχει μια πολύ σημαντική εκδήλωση, στη μνήμη του Μαχμούντ Νταρουίς. Επειδή πρέπει να βρίσκομαι στη Χαιρώνεια, όπου εγκαινιάζεται το μουσείο (εκεί, που θέλουν να στήσουν εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέσα στο χώρο της μάχης των Πλαταιών, αν με αντιλαμβάνεστε) το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βγάλω τον τηλεβόα κι εγώ. Οποιος το χάσει, θα χάσει. Μιλάμε για μεγάλη μορφή στην ποίηση. Δείτε τι γράφει η abttha στο μπλογκ της desillusion:

Η Κοσμητεία της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Το Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών
Η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Σπουδών Μέσης Ανατολής
οργανώνουν ημερίδα αφιερωμένη στον
ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς, το Ρίτσο της Παλαιστίνης
με θέμα:
Η ΑΡΑΒΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 25 Μαΐου, ημέρα Δευτέρα και ώρα 6.30 μμ
στο Μεγάλο Αμφιθέατρο (AULA) της Φιλοσοφικής Σχολής
(Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου)
σύμφωνα με το πρόγραμμα που ακολουθεί:

18.30΄ Χαιρετισμοί

Α. ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ


Γιάχια Χάκι (1905-1990), η τέχνη της πατριδογνωσίας

Ομιλητής: Δρ Τάρεκ Ραντουάν, καθηγητής Πανεπιστημίου αλ-Άζχαρ, Μορφωτικός Ακόλουθος της Πρεσβείας της Αιγύπτου και Διευθυντής του Μορφωτικού Κέντρου της Πρεσβείας της Αιγύπτου στην Αθήνα


Για Η λογοτεχνία, γέφυρα στο χρόνο: Γκαμάλ αλ-Γιτάνι (γεν 1945)


Ομιλήτρια: κα Ελένη Καπετανάκη, φιλόλογος-μεταφράστρια

Β. ΠΟΙΗΣΗ


Ο ποιητής Νουάιμα (1889-1998) και η αναζήτηση του είναι

Ομιλητής: κ. Ρόνι Μπου Σαμπά, φιλόλογος-μεταφραστής


Μαχμούντ Νταρουίς (1941-2008): «Ας έρθει ειρήνη στο φάντασμά μου»

Ομιλήτρια: κα Αγγελική Σιγούρου, ποιήτρια-μεταφράστρια
Απαγγελία: κα Φαντίλα Μονζέρ, κ. Χρήστος Κωτσιακόπουλος

Γ. ΘΕΑΤΡΟ


Η πρωτοπορία στο αραβικό θέατρο: Ταουφίκ αλ-Χακίμ (1899-1987)

Ομιλήτρια: κα Ελένη Κονδύλη Μπασούκου, Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρόεδρος της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Σπουδών Μέσης Ανατολής


Ταουφίκ αλ-Χακίμ επί σκηνής.

Συρραφή κειμένων και σκηνοθετική επιμέλεια: κα Καίτη Μανωλιδάκη
Μετάφραση από τα αραβικά: κ. Παναγιώτης Καρματζός


Το Τραγούδι του Θανάτου
Μαμπρούκα: Μαίρη Κιντώνη
Αζάκερ: Ελένη Βουτυρά
Ελουάν: Αλέξανδρος Μαχαιράς

Ε, συ που σκαρφαλώνεις στο δέντρο
Αστυνομικός: Φώτης Αρμένης
Υπηρέτρια: Καίτη Μανωλιδάκη
Η σύζυγος: Ελένη Βουτυρά
Ο σύζυγος: Νίκος Κεφαλάς
Δερβίσης: Φώτης Αρμένης

Κρουστά, ούτι, φλογέρα, τραγούδι: Νικήτας Βοστάνης



Οργανωτική επιτροπή: Δ.Σ. της Ε.Ε.Ε.Σ.Μ.Α.

Θα δοθεί βεβαίωση παρακολούθησης.

Κυριακή, Μάϊος 17, 2009

Σε ποιον τελικά ανήκει ο Ρίτσος;

Υπό αυτό τον τίτλο, το σημερινό «Βήμα» δημοσιεύει ένα εξαιρετικό άρθρο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη. Το αναδημοσιεύω εδώ, ελπίζοντας ότι έχω την άδειά του:

«Το ΚΚΕ τιμά τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γ. Ρίτσου, προβάλλοντας πλατιά στο λαό και στη νεολαία την ανεκτίμητη προσφορά, με την Τέχνη του, στο λαϊκό κίνημα, συνυφασμένη με την αγωνιστική στάση ζωής. Αυτή η όσμωση είναι που αναβλύζει (sic) την τεράστια αφυπνιστική δύναμη του έργου του, που συνεγείρει σμιλεύοντας την εργατική συνείδηση ως την αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης». Με αυτά τα ανελλήνιστα και χωρίς νόημα ελληνικά ανοίγει το Αφιέρωμά του ο «Ριζοσπάστης» (3/5/09) για να τιμήσει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή. Ομως, για να ξεκινήσουμε από τα βασικά, όταν θέλουμε να δείξουμε τιμή και σεβασμό στον Ρίτσο (και σε κάθε ποιητή μας) που είχε ως κύριο, για να μην πω μοναδικό όπλο του τον απλό και συνάμα μουσικό, ευγενικό και πολύτροπο ελληνικό λόγο του, τότε καλό είναι, τουλάχιστον, να μην αναφερόμαστε στο έργο του με γλώσσα βάρβαρη και άξεστη.

Εν πάση περιπτώσει, καλώς έπραξε το ΚΚΕ (το όφειλε άλλωστε) να τιμήσει τον ποιητή και πολίτη Ρίτσο που όχι μόνο ύμνησε τους μεγάλους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες του λαού, αλλά έλαβε και ο ίδιος μέρος πάντα στην πρώτη γραμμή. Ωστόσο αυτή η «τιμή» που οι συντάκτες του Αφιερώματος απέδωσαν τελικά στον ποιητή καθόλου δεν είναι η οφειλόμενη και η δίκαιη. Οχι μόνο για την αθλιότητα των ελληνικών τους, ούτε επειδή πουθενά δεν θίγουν με σοβαρότητα και δεν στοχάζονται τα μεγάλα θέματα του εκτενούς και απείθαρχου έργου του Ρίτσου (θέματα ποιητικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά, ηθικά, ερωτικά, προσωπικά, υπαρξιακά κ.λπ.) αλλά κυρίως επειδή, για άλλη μια φορά, χρησιμοποιούν τον ποιητή σαν δήθεν «σπλάχνο των σπλάχνων» τους για να διαδώσουν την «αλήθεια» τους και να διασαλπίσουν μια «τίμια αντεπίθεση» ενάντια σε όσους «κακοποιούν», «βεβηλώνουν», «διαστρεβλώνουν», «παραμορφώνουν» το έργο του. «Εκατοντάδες σελίδες», αποφαίνεται το Αφιέρωμα, «σοβαροφανών αναλύσεων γράφτηκαν αυτά τα τελευταία χρόνια, τόσο ξένες προς τη σκέψη του ποιητή και τόσο ανάξιες του διαμετρήματός του, ώστε να αποτελούν κυριολεκτικά βεβήλωση».

Δυστυχώς αυτοί οι «ορθόδοξοι» εκτιμητές και ανατόμοι του έργου του Ρίτσου ούτε ονόματα των «σοβαροφανών» και «βέβηλων» μάς δίνουν, ούτε (το χειρότερο) μας προσφέρουν μια στοιχειώδη βιβλιογραφία του γούστου και της έγκρισής τους, έτσι, να φωτιστούμε κι εμείς. Αντίθετα, όπως συνήθως γίνεται σε αυτού του είδους τις καταγγελίες, αναφέρονται γενικά και αόριστα άνθρωποι «με πανεπιστημιακές, συγγραφικές αλλά και αριστερές περγαμηνές, ορισμένοι από τους οποίους είχαν την τύχη να συνεργαστούν με τον ποιητή»(!). Κοντολογίς δηλαδή και με βάση την ατσάλινη λογική του συντάκτη αυτού του κειμένου, κάποιοι από τους βέβηλους, θρασύδειλους παραχαράκτες και σοβαροφανείς αναλυτές «συνεργάστηκαν» με τον ποιητή. Αλλά τότε και ο ποιητής «συνεργάστηκε» με αυτά τα υποκείμενα, πράγμα που σημαίνει, σύντροφοι, πως και ο ποιητής δεν είναι εντελώς αθώος... Ετσι δεν είναι;

Προφανώς και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε σε αυτού του τύπου τη λογική. Δεν χρειάζεται να «πούμε περισσότερα. Καταλαβαινόμαστε...». Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται για κάθε τίμιο αναγνώστη αυτού του Αφιερώματος είναι το εξής. Αλήθεια, αυτή είναι όντως η «σκέψη» και το «διαμέτρημα» του Ρίτσου, όπως θέλουν να μας δείξουν οι συντάκτες του; Οτι λ.χ. η Σονάτα δεν περιέχει και «στοιχεία αυτοεξομολόγησης», δεν είναι και « υπαρξιακό ποίημα με κυρίαρχα τα μοτίβα της φθοράς και του θανάτου» αλλά είναι σκέτα ένα ποίημα «αντινομιών» που ο Ρίτσος τις κάνει «να ξεπερνιούνται και να λύνονται στο υψηλό επίπεδο των θέσεων του διαλεκτικού υλισμού»; Γιατί αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε και οι λοιπές μεγάλες, όμορες και συγγενείς συνθέσεις της ΤέταρτηςΔιάστασης μαζί και η Ελένη (κυρίως αυτή) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απελπισμένη προσπάθεια ενός ποιητή να μας πείσει με εκατοντάδες στίχους πως οι «αντινομίες» λύνονται με τον «υψηλό διαλεκτικό υλισμό». Με αυτή την «κριτική» οι εκατό ποιητικές συλλογές του Ρίτσου, τα εννέα μυθιστορήματά του (αυτά πια!), τα τέσσερα θεατρικά έργα του, οι μελέτες και οι μεταφράσεις τους, οι επιστολές του, όλα αυτά γράφτηκαν για να περάσουν μέσα από την τρύπα μιας στρεβλής κομματικής βελόνας!

Ολα τα πρόσεξαν οι άνθρωποι της αντεπίθεσης και της κάθαρσης. Τα ποιήματα, τις γλυκερές «αναλύσεις» κι ας καταδικάζουν ασύστολα τις πολιτιστικές «ψευτο-ευαισθησίες» των άλλων. Πρόσεξαν και τις φωτογραφίες. Αλλά παρά ταύτα έγινε το μοιραίο λάθος. Οχι τα λεκτικά, εκφραστικά, λογικά και ερμηνευτικά σφάλματα (θανάσιμα για τους ποιητές) αλλά γιατί τους παραπλάνησαν δυο φωτογραφίες του ποιητή. Μάλιστα. Αυτός ο δόλιος ποιητής (ελπίζω να εννοήσουν τι εννοώ οι συντάκτες του Αφιερώματος) εμφανίζεται δύο φορές, μία στο εξώφυλλο του Αφιερώματος και μία μέσα, να κάθεται πάνω στις κροκάλες της ακρογιαλιάς. Στη μια μας κοιτάζει χαμογελαστός, ανέμελος και ωραίος, με φόντο τη θάλασσα, στην άλλη σκυμμένος δουλεύει τις πέτρες. Φορά και στις δύο ασπρογάλανα καπιταλιστικά σνίκερς! Επιτρέπεται κάτι τέτοιο σ΄ έναν ποιητή του «υψηλού διαλεκτικού υλισμού»; Το βρίσκω εκζητημένο και κανονικά δεν θα έπρεπε αυτές οι φωτογραφίες να βρίσκονται στο Αφιέρωμα. Είναι παντελώς έξω από το όλον επαναστατικό κλίμα...

Ειλικρινά δεν ειρωνεύομαι. Ούτε θέλω να δώσω ονόματα σε πράγματα και πρόσωπα, αλλά σκέφτομαι, καθώς περιδιαβάζω άλλη μια το Αφιέρωμα, μήπως τελικά έχουν δίκιο οι συντάκτες του; Μήπως δηλαδή κάνει λάθος η Προκοπάκη, ο Αργυρίου, ο Πρεβελάκης, ο Μαρωνίτης, ο Σαββίδης, ο Πήτερ Μπήαν, ο Ε. Κήλυ, οι νέοι λαμπροί μελετητές του ποιητή, οι διατριβές, οι σοβαρές μελέτες και τα άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, όλοι εκείνοι που δεκαετίες τώρα μοχθούν να βγάλουν τον ποιητή από τη σιωπή και να δείξουν την τέχνη του και τα μεγάλα θέματα που τον απασχολούν, μήπως δηλαδή όλοι αυτοί κάνουν λάθος, βέβηλοι συνάμα και παραχαράκτες, και έχει δίκιο η κυρία Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ και υπεύθυνη του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ; Λέτε;

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.

Πέμπτη, Μάϊος 14, 2009

Κλέβοντας μια Χρυσόμυγα

Τα αγαπημένα Χρυσομυγάκια μού έβαλαν τα γυαλιά. Βρήκαν ένα εξαιρετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Ημερησία» και έβαλαν τον σύνδεσμο. Μου είχε διαφύγει. Το είδα, και το αντέγραψα. Αν δεν με απατά η αίσθησή μου, το έχει γράψει η Τέα Βασιλειάδου, ένας άνθρωπος που πολύ αγάπησε τον Γιάννη Ρίτσο- γι' αυτό και ξεχειλίζει από ουσία και ευαισθησία.
Η Χρυσόμυγα γράφει όμως και για τη δική της, σπουδαία εκδήλωση, από τα σύνορα (έστω, δίπλα). Διαβάστε τους, να γεμίσετε δροσιά. Το κείμενο της Ημερησίας:


Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του Γιάννη Pίτσου (1909-1990), μίας από τις μεγαλύτερες ποιητικές μορφές της Eλλάδας, αλλά και ολόκληρου του 20ού αιώνα.

Tο 2009 ανακηρύχτηκε ως έτος Pίτσου, για να τιμηθεί ο ποιητής που όρισε την ευαισθησία και την αγωνιστικότητα μιας ολόκληρης εποχής, καθώς η ποίηση και ο αγώνας για το σοσιαλιστικό όραμα στάθηκαν οι δύο μεγάλοι πυλώνες στους οποίους στηρίχθηκε. Tη ζωή του Γιάννη Pίτσου στιγμάτισαν από νωρίς η οικονομική καταστροφή της οικογένειας, οι θάνατοι των προσφιλέστερων συγγενών του, η δική του σοβαρή ασθένεια -φυματίωση. Στην πορεία προστέθηκαν οι εξορίες, η παρανομία, η λογοκρισία, απόρροια της πολιτικής του στράτευσης στην Aριστερά, σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. H στάση του όμως απέναντι στην αιωνιότητα του ανθρώπου, και το ταλέντο του τον οδήγησαν όχι απλώς στην επιβίωση αλλά στην αθανασία. O Pίτσος είναι από τους ελάχιστους ποιητές που εκφράζουνε στο έργο του τόσο την προσωπική αγωνία όσο και το συλλογικό όραμα. Kι αυτά με τον τρόπο που η μεγάλη ποίηση γνωρίζει. Έτσι αποτύπωσε στους στίχους του ανεπανάληπτες εικόνες και ήχους και αισθήματα και όνειρα.

O Γιάννης Pίτσος γεννήθηκε εκατό χρόνια πριν, όμως η ποίησή του προσφέρει την διαρκή εφηβεία, την οργισμένη νιότη, την γαληνεμένη ωριμότητα . Πόσο περιμέναμε την υλοποίηση της ανακήρυξης του έτους Pίτσου, για να απογοητευτούμε και να περιοριστούμε μόνον σε ορισμένες εκδόσεις και σε μεμονωμένες εκδηλώσεις. Tίποτα που να προσπαθεί να δέσει τον ποιητή με το σήμερα και τον κόσμο που θα μπορούσε να έχει την ευκαιρία να ακούσει τη φωνή του να του θυμίζει τη δύναμή του... την αδυναμία του... την ευαισθησία του. Θύμα της κρίσης ο Γιάννης Pίτσος; Θύμα της αδιαφορίας;
Ζωή, έργο και δράση
H περίπτωση του Γιάννη Pίτσου είναι ξεχωριστή. Aποθεώθηκε και περιφρονήθηκε ταυτόχρονα. Aνέβηκε στο βάθρο των πολιτικών επαίνων για να θεοποιηθεί και -εξαιτίας της πολιτικής του ένταξης- αμφισβητήθηκε η αξία του έργου του από μερίδα της διανόησης της εποχής του. Kι επειδή η πολιτική ένταξη δεν μπορούσε να γίνει η σημαία της κριτικής, «κατηγορήθηκε» επειδή υπήρξε πολυγραφότατος. Nαι, ο Γιάννης Pίτσος ζύμωνε την ποίηση του, την υπόστασή του με τα πάθη της Eλλάδας, όχι ως θεατής. Ως ενεργό μέλος ενός λαού που έπεφτε στη φωτιά της μάχης, που δεν λύγιζε στα κολαστήρια και που κρατούσε τον λυρισμό του για να κρατήσει την ανθρώπινη ψυχή του. Tη θεϊκή. Kι έγραφε. Aσταμάτητα. Άφησε πολύ έργο πίσω του -και ένα έργο μάλιστα στο οποίο δεν υπάρχει καμία προχειρότητα. Δούλευε πάρα πολύ τα ποιήματά του. Aκούραστος. Πάντα. Kι όταν δεν έγραφε , ζωγράφιζε, διάβαζε, έπαιζε πιάνο...

Δημιουργία με πάθος

Oι ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές που έκανε ο Pίτσος είναι σημαντικές για την πορεία του επειδή ήταν σημαντικές για την ποίησή του. Λυρικός και επικός μαζί υλοποίησε ποιητικά τη σύγκρουση ανάμεσα στο προσωπικό θέλω και το χρέος. Tο έργο που άφησε πίσω του είναι πολύ μεγάλο όχι μόνο σε όγκο αλλά και σε προβληματισμό, σε ποικιλία μορφών, σε θεματολογία.

«Tα βράδια κοιμάμαι έξω. Πάνω μου ψιχαλίζουν τ’ άστρα. Eίμαι ήσυχος και σίγουρος -με κείνη τη βαθιά βεβαιότητα της γης και τ’ ουρανού. Δε σκέφτουμαι στίχους -είμαι ένας στίχος μέσα στο ποίημα της ανθρωπότητας -νιώθω τούτο το δεσμό -τον ανασαίνω, τον ζω. Aν γίνει κάποτε στίχος -τόσο το καλλίτερο. Kαι θα γίνει. Δεν μπορεί να μη γίνει».

(Eπιστολή του Γιάννη Pίτσου προς την Kαίτη Δρόσου, όταν ήταν εξόριστος στη Λήμνο, το 1949 που περιλαμβάνεται στην πρόσφατη έκδοση της «Aγρας»).

O Γιάννης Pίτσος μας σηκώνει «λίγο ψηλότερα» και θυμίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη έχει τη δύναμη να παλέψει με το αδύνατο και να αποδείξει πως ο θάνατος, έτσι παλεύοντας, δεν είναι μάταιος. Πως ο έρωτας παραμένει ουσία ζωής. Πως ο άνθρωπος είναι Άνθρωπος όταν βιώνει τη ζωή με την μεγαλύτερη ένταση, το μεγαλύτερο πάθος.

Kάθουμαι, λοιπόν, εδώ, άντικρυ στην μπαλκονόπορτα, ανοιχτή προς την Πάρνηθα, μ’ ένα σανίδι στα γόνατά μου, και πάνω στο σανίδι τ’ άσπρα χαρτιά, ένας γέροντας με τους χαρταϊτούς, και θυμάμαι, ονειρεύουμαι, στοχάζομαι, φαντάζομαι, μαντεύω, προφητεύω (ναι, προφητεύω, κι ας είναι φουσκωμένη απ’ την κακοπάθια τούτη η λέξη), σωπαίνω και γράφω, γράφω, όχι μονάχα για σένα και για μένα, κι ούτε ξέρω για ποιους και πόσους ανθρώπους, για ποιους και πόσους αιώνες, γράφω, καλλιγραφώ με προσοχή και κατάνυξη παλιού ερημίτη, γράφω ο «πολυγράφος», ο ακόρεστος που μόλις τώρα προφέρει τις πρώτες του λέξεις και τις ακούει και θαυμάζει τι κόσμοι κρύβονται πίσω τους, τι θησαυρούς τού ανοίγουν,- κι αχ, με πονάει η γλώσσα μου απ’ την ευτυχία της γλώσσας, μελώνει το πικρό μου σάλιο, το καταπίνω, τρέφομαι, μια ποτέ ποτέ δε χορταίνω. Eυχαριστώ, είπα.

(Eικονοστάσιο Aνωνύμων Aγίων)

«Pωμιοσύνη»

Tράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο,
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα,
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι,
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις χοντρές αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ’ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα - πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι


Οι ποιητές για τον ποιητή

Γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909 στη Mονεμβασιά. Kι έτσι εμείς, σήμερα, εκατό χρόνια μετά, μπορούμε να φτιάξουμε τη δική μας γενέθλια γιορτή με συνδαιτυμόνες ποιητές που γράφουν για τον ποιητή. Ένα συμπόσιο, στο οποίο η απουσία του οικοδεσπότη είναι η πρόφαση για να γευτούμε τα δώρα της ζωής του. Tην τέχνη του.

ΛOYI APAΓKON
(...) H τέχνη του Pίτσου δεν ορίζεται. Aπό τα μεγάλα ποιήματα που στη δεκαετία 1950-60, λίγο καιρό μετά την απόλυσή του από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, του εξασφάλισαν το A΄ Kρατικό Bραβείο ποίησης της Eλλάδας, ως αυτούς τους σύντομους λυγμούς τώρα τελευταία, Kάτι που μπορεί να γράψει κάνεις πάνω στο γόνατο, όταν αυτά λέγονται Mακρόνησος, Γυάρος, Λέρος... Mέσα τους καθένας θα ανακαλύψει την δική του καρδιά και τις πληγές της. Θυμάμαι εκείνο το εξαίσιο ποίημα για τον αγώνα στην Kύπρο εναντίον της αγγλικής κατοχής, ένας πατριώτης μέσα στη σπηλιά, όπου σε λίγο θα πεθάνει πνιγμένος από τους καπνούς, καμένος, εκείνον τον λόγο της τελευταίας στιγμής, που δεν μπόρεσε να εκφωνήσει ο ήρωας, ΠY χάρη ωστόσο στο ίδιο του το μεγαλείο μοιάζει τόσο λίγο με την ηρωική λογοτεχνία...Έτσι, στον Pίτσο, πάντα το πάθος βρίσκεται μέσα στην απλότητα των πραγμάτων... αλλά δεν είναι λόγος αυτός για να το προτιμώ, λόγου χάρη, από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», που δεν είναι παρά ο ψίθυρος μιας συνηθισμένης ζωής κι όλα αυτά τα ποιήματα για ένα σπίτι, για έναν άνθρωπο, για τα οποία δεν έχεις να διηγηθείς τίποτ’ άλλο από τη ζωή τους. Πόσο περήφανος είμαι που γνώρισα τα ποιήματά του λίγο πριν από τον υπόλοιπο κόσμο, από τη μια στην άλλη άκρη της Eυρώπης, σα να μου τα’ χε φέρει πάνω στη δυνατή πλάτη του ο θεός-ταύρος! (...)

TZENH MAΣTOPAKH
O Pίτσος ήταν ένα μεγάλο ποτάμι. Ποτέ δεν μας ρούφηξε. Ποτέ δεν μας έπνιξε. Ίσα ίσα μας έμαθε να κολυμπάμε. Ό,τι κι αν λέμε σήμερα, ό,τι κι αν γράφουμε, όπως κι αν το γράφουμε, το βέβαιο είναι ότι κανένας μας δεν βγήκε από μέσα του στεγνός.

XPIΣTOΦOPOΣ ΛIONTAKHΣ... Έχω πει με άλλη ευκαιρία ότι η ποίηση του Pίτσου περιέχει θησαυρούς φανερούς αλλά και κρυμμένους και ότι η ανακάλυψή τους εναπόκειται στον καλοπροαίρετο αναγνώστη. Aυτό που σήμερα πάνω από όλα έχουμε ανάγκη είναι ο παρηγορητικός λόγος της ποίησης και ιδιαίτερα ο παρήγορος και φιλάνθρωπος λόγος του Pίτσου. Στην ποίησή του ο Pίτσος μνημειώνει τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν την Eλληνική Iστορία από τον Mεσοπόλεμο έως τις μέρες μας και με αναφορές στο απώτερο και απώτατο παρελθόν της ιστορίας μεγαλύνει τα πάθη και τις δοκιμασίες του ελληνικού λαού δοξολογώντας τις αιώνες αξίες που δημιούργησε. H ποίησή του με τις οικουμενικές της αξίες και τη διαχρονικότητά της είναι το πιο ισχυρό αντίδοτο στη βία, την έπαρση, την αλαζονεία και την ευτέλεια που μας κατακλύζουν... Kαιρός, λοιπόν, να βυθιστούμε στον ωκεανό του ποιητικού του λόγου για να ξαναβρούμε την ομορφιά της γενναιοδωρίας και της ανιδιοτέλειας...

ANTΩNHΣ ΦΩΣTIEPHΣ(...) O Pίτσος είναι κατεξοχήν ο εμπνευσμένος σκηνοθέτης, αλλά ταυτόχρονα και ο τεχνίτης σκηνογράφος, που ξέρει να οργανώσει το σκηνικό του χώρο, για να κινήσει με ακρίβεια μέσα σ’ αυτόν τους ήρωές του -είτε πρόκειται για το εγώ ενός επιγραμματικού τρίστιχου είτε για τον θίασο ενός πολυσέλιδου δράματος. Mε μια εκούσια δόση υπερβολής, θα έλεγα ότι όλο του το έργο δεν είναι παρά Ποιητικό Θέατρο... Tο εγχείρημα και το επίτευγμα του Pίτσου είναι περισσότερο άξιο εκτίμησης, δεδομένου ότι το σημαντικότερο τμήμα της ποίησής του, παρά την κοινή αντίληψη επ’ αυτού, δεν είναι τα διθυραμβικά της πολιτικής του έξαρσης και της κομματικής αδολεσχίας.

Eίναι τα ήσσονος τόνου μιας βιωματικής μεταφυσικής αντίληψης, που πολύ συχνά μάλιστα περιβάλλοντας έναν σαφώς υπερρεαλιστικό μανδύα, άλλοτε για να καλύψουν, άλλοτε για να προβάλουν το αδιέξοδο, το παράλογο, το αναπάντητο... O Pίτσος ένας σπουδαίος μεταφυσικός υπερρεαλιστής, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα ως ο αντιπροσωπευτικότερος τύπος στρατευμένου ποιητή. Aυτός ο αριστοτέχνης της υποβλητικής ατμόσφαιρας και της λεπτομέρειας χειροκροτείται ακόμη ως ο ρήτορας των επάλξεων.

ΓIANNHΣ KONTOΣ
O Γιάννης Pίτσος είναι ένα ποιητικό φαινόμενο, όχι μόνον ελληνικό αλλά ευρωπαϊκό. Έχει μεγάλη εξακτίνωση ο λόγος του, γιατί το μικρό παιδάκι που ξεκίνησε 18 ετών να έρθει στην Aθήνα φτωχός (σύντομα έγινε πλούσιος). Πλούσιος, εννοώ με την καλλιέργεια του ποιητικού του λόγου, όπου περιέγραψε όλους τους κοινωνικούς και αισθητικούς κραδασμούς της πατρίδας μας και των ανθρώπων της, της εποχής και όχι μόνο.

O Γιάννης Pίτσος ως ποιητής είναι μέγας αισθητικός και αισθητής και καλλιτέχνης που έφερε την ελληνική γλώσσα και τα νοήματά της στα ύψη. Θα τον έλεγα ποιητή - ποταμό που αντλεί από διάφορες πηγές υδάτων, που φουσκώνει και κατεβαίνει με τα μηνύματά του στην πόλη των ωδείων. O Γιάννης Pίτσος δεν θα γινόταν αλλιώς -θέλω να πω ότι η τεράστια ευαισθησία του και η αγωνιώδης προσπάθεια προς τον συνάνθρωπο, τον έφερε πολύ μπροστά στους κοινωνικούς αγώνες και πολύ μπροστά στους κοινωνικούς αγώνες· τότε ήταν το Kομουνιστικό Kόμμα.

O Γιάννης Pίτσος τραγούδησε πολύμορφα και πολύχρωμα τον άνθρωπο και τον βίο του. Θα τον έλεγα έναν μεγάλο ερωτικό ποιητή. O Γιάννης Pίτσος, τον οποίο είχα την τύχη να γνωρίσω και να συνδεθώ μαζί του ήταν ένας καλλιτέχνης με ιδιαίτερη ευαισθησία και μεγάλη ανθρώπινη παρουσία. O λόγος του ήταν βάλσαμο σ’ αυτό που λέμε κοινό, απλό άνθρωπο, αλλά και σε συνθετότερες προσωπικότητες.

Πέμπτη, Απρίλιος 30, 2009

Ο Μίκης Θεοδωράκης για τον Γιάννη Ρίτσο




Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύθηκε στο Εθνος της προηγούμενης Κυριακής, με το... κανονικό μου όνομα. Θεωρώ ότι έχει ενδιαφέρον και την αναπαράγω για την επέτειο του ποιητή.


Οι δικτάτορες προσπάθησαν να βάλουν ανάμεσά τους τα τανκς τους, αλλά τίποτα δεν κατάφεραν. Μεσούσης της χούντας, τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» του Γιάννη Ρίτσου έφτασαν στον Μίκη Θεοδωράκη, μελοποιήθηκαν, και έγιναν τραγούδια αντίστασης. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που συναντήθηκαν κάτω από δύσκολες συνθήκες η τέχνη του ποιητή και του συνθέτη. Η φιλία τους, μια από τις δυνατότερες σχέσεις ζωής και για τους δυο τους, δενόταν ακόμα πιο σφικτά κάθε φορά που η πατρίδα περνούσε δοκιμασίες.
Πού στηρίζεται μια τέτοια αμοιβαία αγάπη; Σε πολλά, οπωσδήποτε, και βεβαίως και στην ιδεολογική ταυτότητα. Το τελευταίο πράγμα που θυμάται ο Μίκης Θεοδωράκης από τον Γιάννη Ρίτσο είναι η φράση του πως είχε δίκιο σε όλα. Ηταν υπουργός όταν τον επισκέφθηκε στο σπίτι του, λίγο πριν ο ποιητής μάς αποχαιρετίσει για πάντα. «Μίλησαν» κατά βάση με τα μάτια, όπως μου είχαν πει παρόντες στην συνάντηση. Δεν είχαν ανάγκη άλλης συνεννόησης. Ηταν και οι καιροί πικροί, ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» διαλυόταν. «Για ανθρώπους σαν κι εμάς ήταν πραγματικά μια μεγάλη δοκιμασία. Η κατάρρευση ενός κόσμου ολόκληρου» θυμάται σήμερα ο Μίκης Θεοδωράκης.
Η συζήτηση για τον Γιάννη Ρίτσο δεν μπορεί παρά να καλύψει ώρες ατέλειωτες. Μονάχα η φυσική κόπωση μπορεί να οδηγήσει στο τέλος της. Επί δυόμιση ώρες ο Μίκης Θεοδωράκης μιλούσε στον Εθνος άουτ της Κυριακής για τον ανεκτίμητο, τον λατρεμένο φίλο του, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του (Πρωτομαγιά του 1909). Ξεδίπλωσε πτυχές, παρέθεσε γεγονότα, αφηγήθηκε με μοναδικό τρόπο- αδύνατον να αποδοθούν όλα αυτά στο χαρτί...


Η ποίησή του Ρ. πυλώνας στη γέφυρα του Θ.


-Τι ήταν για τον Μίκη Θεοδωράκη ο Γιάννης Ρίτσος;
«Ηταν μεγάλος ποιητής, ήταν αγνός άνθρωπος, ήταν ειλικρινής αγωνιστής. Ο Επιτάφιος, η Ρωμιοσύνη, Οι γειτονιές του κόσμου, Η εβδομη συμφωνία (εαρινή), είναι ακριβώς οι πυλώνες στη γέφυρα της δημιουργίας μου. Είναι μεγάλη υπόθεση να έχεις να κάνεις με ένα μεγάλο ποιητή. Ο οποίος να είναι και ομοϊδεάτης 100%. Που θαυμάζεις από κάθε άποψη. Και την ανθρώπινη, και την κομματική και την ιδεολογική»

Η γνωριμία τους... δεν ήταν γνωριμία. Πρώτος ο Μίκης, έφηβος στην Τρίπολη, ανακάλυψε την ποίηση του Ρίτσου. Στην Κατοχή, μια παρέα μαθητών και σπουδαστών συνομιλούσε με τον Ευάγγελο Παπανούτσο, δεχόταν τις διδαχές του, τις συμβουλές του. «Ηταν μια σχολή σαν την Ακαδημία Πλάτωνος». Ταυτοχρόνως τα νεαρά παιδιά έψαχναν τα καινούργια ρεύματα, τις νέες δημιουργίες.
«Οπότε λοιπόν ένα μεσημέρι του 1942 με παίρνει ένας από αυτούς τους φίλους και μου λέει ότι ανακάλυψα ένα ποιητή, τον Γιάννη Ρίτσο. Είναι καταπληκτικός. Λέω διάβασε να ακούσω. Και μου διαβάζει απνευστί όλη την Εαρινή Συμφωνία από το τηλέφωνο. Του λέω έλα εδώ. Το λέμε και στην άλλη παρέα, πέντε- έξι ήμαστε, έρχονται σπίτι μου και ξανά ανάγνωση. Το μάθαμε απέξω και ψάχναμε και για άλλα του Ρίτσου. Βρήκαμε Το Τραγούδι της αδερφής μου, για το οποίο ο Παλαμάς είχε πει να παραμερίσουμε για να περάσεις και τρελαθήκαμε. Μετά, το Εμβατήριο του Ωκεανού.
Τότε είχαμε τη συνήθεια να απαγγέλλονται τα ποιήματα. Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου ήτανε το μεγάλο σουξέ μας. Είχα γράψει κι εγώ ορισμένα τραγούδια και μουσική δωματίου. Ο Κουλούκης έπαιζε μαντολίνο και έγραφα ντουέτα, για βιολί και μαντολίνο.
Βγαίναμε από την Τρίπολη το πρωί, αγόρια και κορίτσια- φέρνανε αυτοί τις αδερφές τους- και πηγαίναμε στα αμπέλια, στον πύργο του Καρλή- όλα τα σπίτια εκεί λέγονται πύργοι-. Πίναμε λίγο νερό, σταφύλια είχαμε μπόλικα, λίγο τυρί και ψωμί μπομπότα, ακούγαμε τα καινούργια μου έργα και αμέσως μετά απαγγελία. Είχε ένα μεγάλο βράχο που ήταν ένα πλατό, σαν σκηνή. Και ανέβαινε κάποιος στο βράχο και απήγγειλε. Σιγά- σιγά ο βράχος ονομάστηκε ο Βράχος του Ρίτσου. Φυσικά διαβάζαμε και Παλαμά, Μαβίλη, Εφταλιώτη, Πορφύρα, Χατζόπουλο. Ετσι αρχίσαμε ένα είδος λατρείας προς τον Ρίτσο, χωρίς να τον ξέρουμε. Ξέραμε μονάχα αυτά τα τρία έργα. Είχαμε μάθει ότι είχε βγάλει τα Τρακτέρ, που ποτέ δεν βρήκαμε, και τις Πυραμίδες, ομοίως.»
Ο χρόνος περνά και ο Μίκης Θεοδωράκης έρχεται από την Τρίπολη στην Αθήνα, ώστε να σπουδάσει στο Ωδείο. Ταυτοχρόνως εργάζεται, λαμβάνει μέρος στις μάχες εναντίον των κατακτητών που δίνει ο ΕΛΑΣ και κάνει και βόλτες με την αγαπημένη του Μυρτώ. Δεν έχει καιρό, πια, να ψάχνει για καινούργια έργα. Ερχεται όμως η απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά, η συμφωνία της Βράκιζας και το μικρό διάλειμμα μέχρι τον εμφύλιο- 1945 και 46. Η ΕΠΟΝ, αντιστασιακή οργάνωση της νεολαίας, αγαπά τον πολιτισμό. Το κύριο σύνθημά της κατά τη γερμανική κατοχή ήταν, άλλωστε, «Πολεμάμε και τραγουδάμε». Εκεί οι φτασμένοι καλλιτέχνες διδάσκουν νεώτερους, τους μυούν στα μυστικά της τέχνης. Εκεί ο Μίκης συναντά επιτέλους τον Ρίτσο:

Ο Θεός τους


«Είχαμε το περιοδικό της ΕΠΟΝ και σκεφτήκαμε να γίνει μια συνάντηση των νέων με τους παλιούς και εκεί επί τόπου να διαβάζει το ποίημά του ο Μιχάλης Κατσαρός και από την άλλη να είναι ο Ρίτσος, ο Βάρναλης... Ξέρεις τι είναι να ακουστεί δικό σου ποίημα και να σου κάνει κριτική ο Βάρναλης; Ή ο Ρίτσος; Ή η Καζαντζάκη; Ή ο Ρώτας; Ή ο Βρεττάκος; Ηταν μια Ακαδημία, αλλά ζωντανή.
Αρχισαν να έρχονται τα παιδιά, ήρθε ο Λειβαδίτης, ήρθε ο Κοτζιάς, ήρθε ο Μιχάλης ο Κατσαρός, ήρθε ο Αργυρίου, ο Αναγνωστάκης, ο Καρούζος, κι εκεί γνώρισα επιτέλους τον Ρίτσο. Του είπα αμέσω για την παρέα της Τρίπολης και τον Βράχο. Του λέω για μας είστε ένας Θεός. Του έκανε μεγάλη ευχαρίστηση. Μου λέει δεν το περίμενα.»

Ακολουθεί ο εμφύλιος, οι συλλήψεις, οι εκτοπίσεις. Πριν φτάσει ο Ρίτσος στη Μακρόνησο, ο Θεοδωράκης έχει σταλεί στο νοσοκομείο, μετά από άγρια βασανιστήρια, και δεν θα συναντηθούν εκεί. Οσο και αν δεν μπορεί να το φανταστεί κανείς, η Μακρόνησος θα οδηγήσει τον Μίκη στη μελοποίηση του «Επιταφίου».
Είναι 1958, ο Μίκης Θεοδωράκης βρίσκεται στο Παρίσι. Ο Ρίτσος «χωρίς να έχουμε άλλη σχέση εκτός από αυτή της ΕΠΟΝ, μου στέλνει όλα του τα βιβλία. Και στον ‘Επιτάφιο’ είχε αυτό: το βιβλίο τούτο το έκαψαν στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Και ήταν ακριβώς η εποχή που εγώ πήγα έξω στο Παρίσι, ελεύθερος πρώτη φορά, αλλά καθόμουν μόνος στο δωμάτιο όπου μέναμε- η Μυρτώ σπούδαζε στο νοσοκομείο- μπήκε η Μακρόνησος μέσα μου. Και ο μόνος τρόπος για να την πολεμάω ήταν να γράφω μουσική.»
Λίγο πριν από τις εκλογές του 58, μια ομάδα αριστερών στο Παρίσι οργανώνει μια σύναξη για ενίσχυση, έστω και συμβολική, της ΕΔΑ, στο σπίτι των Θεοδωράκηδων. «Μου λέει η Μυρτώ πάμε να ψωνίσουμε για το βράδυ. Πάμε στις Αλ, στην αγορά. Πήρα και τον ‘Επιτάφιο’ μαζί. Τι το θέλεις το βιβλίο μου λέει η Μυρτώ, λέω δεν μπορώ να έρθω μαζί σου, πρέπει κάποιος να μείνει στο αυτοκίνητο. Κάθομαι λοιπόν στο τιμόνι και περιμένω. Μια βροχή... Βγάζω το βιβλίο και χωρίς να το πολυσκεφτώ, λες και έπρεπε να γίνει αυτό, χαράζω πεντάγραμμο και αρχίζω να γράφω μουσική. Μελοποιώ και τα είκοσι...»

-Αυτό το βιβλίο έχει χαθεί...

«...το είχε ο Φίλιππος ο Ηλιού και κάποτε το γύρεψα και μου είπε ότι το κρατάει για τ’ αρχείο του. Εκεί πρέπει να είναι.»

Δεν είναι της αξίας σου...



Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι φίλος από την ΕΠΟΝ ήδη. Ο Μίκης τον συναντά στην Αθήνα. «Τον ρωτάω δειλά σου έστειλα κάτι τραγούδια από τον ‘Επιτάφιο» τα κοίταξες; Και μου λέει επί λέξει , καλύτερα να τα ξεχάσουμε αυτά. Δεν είναι της αξίας σου. Εσύ πρέπει να γράφεις συμφωνική μουσική. Δεν είναι αντάξιά σου. Λέω κι εγώ, δεν αξίζουν, τελείωσε.»
Ο Βύρων Σάμιος και ο Δ. Νικολαΐδης έχουν, όμως, άλλη γνώμη και από μια μαγνητοταινία, βάζουν κόσμο να το ακούσει σε ιδιωτικές ακροάσεις. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Μετά από ένα περιστατικό με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίμη Δεσποτίδη, ο Μίκης αποφασίζει να φανερώσει στον δεύτερο πως έχει γράψει τραγούδια. Εκείνος τα ακούει, στέκεται ιδιαίτερα στο «Μέρα Μαγιού μού μίσεψες» και στη συνέχεια όλα παίρνουν το δρόμο τους. Οι δύο εκτελέσεις, μία με τη Νάνα Μούσχουρη και μία με τον Μπιθικώτση, ο θρίαμβος, το πέρασμα του έργου στα χείλη του λαού. Επαληθεύεται πλήρως ο Δεσποτίδης: «Ο Ρίτσος είναι κομμουνιστής. Εσύ κομμουνιστής» είχε πει στον Θεοδωράκη. «Θα περάσουν από τη λογοκρισία; Θα τα πας, πάντως. Και αν κάνουν το λάθος και επιτρέψουν να βγουν αυτά τα τραγούδια, τότε θα ανάψουμε την Ελλάδα σαν ένα ξερόχορτο.»

Η πρόσκληση... των πνευμάτων

Μετά από οκτώ χρόνια ακόμη, το 1966, θα έρθει η «Ρωμιοσύνη» μετά από ένα, ακόμη, «δύσκολο» περιστατικό: ανήμερα των Φώτων, η χωροφυλακή και το παρακράτος δέρνει ανηλεώς τους Αριστερούς κατά την τελετή αγιασμού των υδάτων, στον Πειραιά. Ο Μίκης κλείνεται αιμόφυρτος στο γραφείο του, για να μη τον δουν τα παιδιά του, και προσπαθεί να συνέλθει. Μπροστά του είναι η «Ρωμιοσύνη». Του την έχουν στείλει σύζυγοι πολιτικών κρατουμένων, για να τη μελοποιήσει. Οπως και στον «Επιτάφιο», η μελοποίηση γίνεται απνευστί.
Μέσα στο 1966, η «Ρωμιοσύνη» παρουσιάζεται στο γήπεδο της ΑΕΚ, στη Νέα Φιλαδέλφεια- είναι η πρώτη λαϊκή συναυλία σε γήπεδο. Ο ποιητής και ο συνθέτης, με τις συζύγους τους, βρίσκονται σε έναν άδειο χώρο. Το «κράτος» έχει σταματήσει τους συρμούς του τραίνου εγκλωβίζοντας τον κόσμο μέσα στις σήραγγες.
«Βλέπαμε απέξω γυναίκες με μαύρα, αγωνιστών που περίμεναν στα καφενεία για να μπούνε μέσα. Μπαίνουμε, πάνω κάτω στ’ αποδυτήρια, βγαίνουμε να δούμε, στο στάδιο 100- 200 άνθρωποι. Περνάει η ώρα, ακούμε φασαρία, ξαναβγαίνω, είχαν γίνει 500. Ξαναβγαίνουμε, 800. περιμέναμε 20.000. Λέω Γιάννη να βγούμε έξω και να καλέσουμε τα πνεύματα. Μου λέει τρελάθηκες; Λέω άκου που σου λέω. Αφήνουμε τις γυναίκες μας μέσα, βγαίνουμε κι αρχίζω: λαέ, μεγάλε λαέ, ελληνικέ λαέ. Λέω πέστο κι εσύ. Το λέει κι ο Γιάννης. Κι ω του θαύματος, άρχισε να γεμίζει το στάδιο. Είκοσι χιλιάδες ήρθανε. Λες και έγινε θαύμα.»
eXTReMe Tracker Free Counter
Online College Degree